Η χρησιμότητα των Κοινωνικών επιστημών στη ζωή μας

του Θανάση Παπαμιχάλη

 

Β) Κράτος – Πολιτεία - Εξουσία

Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου με θέμα «Άτομο και Κοινωνία», θα επιχειρήσουμε να καταπιαστούμε με θέματα τεράστιας σημασίας για τις σχέσεις κράτους-πολιτών αλλά και ευρύτερα για τις σχέσεις εξουσίας που αναπτύσσονται μέσα στα κοινωνικά σύνολα.
Ας προσπαθήσουμε πρώτα να δώσουμε κάποιους απλούς ορισμούς:
Πολιτεία:
Ο μόνιμος λαός, ο οποίος εγκατεστημένος σε ορισμένη χώρα και οργανωμένος σε νομικό πρόσωπο, ασκεί πολιτική εξουσία. (βλ. λεξικό βασικών εννοιών εκδ. Πατάκη)
Από τον Αριστοτέλη μέχρι σήμερα, οι θεμελιώδεις και διακριτές εξουσίες του συντάγματος (=καταστατικός χάρτης της πολιτείας) είναι τρεις: η Βουλευτική («τό περί τάς αρχάς», Νομοθετική εξουσία - Κοινοβούλιο), η Εκτελεστική («το βουλευόμενον», Κυβέρνηση – Πολιτική Εξουσία) και η Δικαστική («το δικάζον», Δικαιοσύνη).
Διαχρονικά, βασική επιδίωξη της Πολιτείας είναι η βελτίωση των όρων της ζωής του λαού και όχι των μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων. Όταν το άτομο αποβλέπει στο συμφέρον του συνόλου, αποβλέπει και στο δικό του συμφέρον. Παρατηρούμε εδώ ότι ο ανθρωποκεντρικός αρχαιοελληνικός πολιτισμός προτάσσει το συλλογικό έναντι του ατομικού γιατί έτσι είναι δυνατή και η ευδοκίμηση του ατόμου.
Επισημαίνουμε κάτι πολύ σημαντικό: η πολιτεία δεν είναι το κράτος και πολύ περισσότερο δεν είναι το Δημόσιο.
Εξουσία:
Η κυριαρχική δύναμη ενός ατόμου (πατρική εξουσία) ή συλλογικού οργάνου (κρατική εξουσία), πάνω στην ελευθερία των άλλων.
Κατά τον κοινωνιολόγο του Παντείου Α. Παπαρίζο, «Η λέξη «εξουσία» στην ελληνική γλώσσα προέρχεται από τον απρόσωπο γραμματικό τύπο «έξεστι», ενώ, σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες προέρχεται από τις λέξεις power ή pouvoir, από την λέξη «δύναμη» ή «δύναμαι», ως εάν το περιεχόμενο της σχέσης «εξουσία» να είναι η δύναμη. « Έξεστι» στην ελληνική γλώσσα σημαίνει το αντίθετο του εξίσου απρόσωπου γραμματικού τύπου «ένεστι». Έξεστι σημαίνει ζητώ την άδεια για να πράξω. Ενώ ένεστι σημαίνει έχω τη δύναμη να πράξω, ή, μ’ άλλα λόγια, δύναμαι να πράξω. Στην ελληνική γλώσσα, συνεπώς, η εξουσία αποτελεί κοινωνική σχέση ή σχέση ανθρώπων δυναμική, της οποίας η μορφή, η αποκρυστάλλωση ή η τυποποίηση εξαρτάται από την αναμέτρηση και την αντιπαράθεση ή την αποδοχή και την συνεργασία των όσων εμπλέκονται στην σχέση αυτή. Η ελληνική γλώσσα δεν επιτρέπει με κανέναν τρόπο να αποδεχθούμε ότι η εξουσία είναι «φυσική», κατά κάποιον τρόπο, στάση, επιθυμία ή ικανότητα κάποιων ανθρώπων που δύνανται να την ασκήσουν ή να την επιβάλουν σε κάποιους άλλους ανθρώπους που δεν έχουν την τάση και την ικανότητα αυτή…».
Κράτος & κρατικός μηχανισμός:
Σύμφωνα με τον κοινωνιολογικό ορισμό του Μαξ Βέμπερ, κράτος είναι ο πολιτικός θεσμός που διαθέτει το μονοπώλιο της νόμιμης άσκησης βίας στα πλαίσια μια εδαφικής περιοχής.
Ο καθηγητής Παπαρίζος μας λέει: «… Υπάρχει διαφορά ή διαφορές ανάμεσα στο κράτος και στον κρατικό μηχανισμό; Και βέβαια υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους δύο αυτούς θεσμούς και πολύ μεγάλες μάλιστα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υφίσταται ελληνικό κράτος, ισχυρό μάλιστα, και ότι διαμέσου αυτού είναι οργανωμένη η σύγχρονη ελληνική κοινωνία σε αυτό που ονομάζουμε σύγχρονη Ελλάδα. Ο κρατικός μηχανισμός, από την άλλη πλευρά, είναι το θεσμικό εργαλείο, είναι ο διοικητικός μηχανισμός, με το οποίο είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί το έργο που απαιτούν οι αρχές ενός δημοκρατικού πολιτεύματος και κράτους. Ο κρατικός μηχανισμός είναι αυτό που ονομάζουμε Κεντρική Διοίκηση. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία όμως, ότι ο κρατικός μηχανισμός της σύγχρονης Ελλάδας είναι ένας τεράστιος πολυσύνθετος θεσμός, στατικός, αδύναμος και με μηδενική σχεδόν αποτελεσματικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η μεταρρύθμιση του κρατικού αυτού μηχανισμού είναι δύσκολη και δεν θα επιτευχθεί εύκολα…»
Συμπερασματικά, ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης, ο Δήμος ως πολιτικός θεσμός (σήμερα τα αιρετά όργανά του: ο Δήμαρχος και το Δημοτικό Συμβούλιο), υφίσταται βάσει του δημοκρατικού συντάγματος της Πολιτείας για να διοικεί και να οργανώνει τις τοπικές κοινωνίες, με βάση τις αναγνωρισμένες και οικουμενικές αρχές και νόμους της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ευημερίας όλων των ανθρώπων και με βάση έναν κάποιο θεμελιώδη Συνταγματικό Χάρτη. Ο Δήμος ασκεί την λαϊκή κυριαρχία στην διοικητική του έκταση. Αυτό σημαίνει, επί παραδείγματι, ότι ορίζεται με σαφήνεια και ελέγχεται κάθε μορφή συλλογικής ιδιοκτησίας και περιουσίας και ότι προστατεύονται και φροντίζονται τα μέγιστα αγαθά των πολλών και του συνόλου έναντι των ατόμων και των ομάδων που τα αμφισβητούν και τα επιβουλεύονται. Σημαίνει επίσης, ότι εξασφαλίζεται η εφαρμογή των νόμων από όλους και προς όφελος όλων ισότιμα. Ο Δήμος, από την άλλη, έχει έναν διοικητικό μηχανισμό, δηλαδή ένα σύνολο υπηρεσιών μέσω των οποίων ο πολιτικός θεσμός (Δήμος) εκπληρώνει τους σκοπούς του (καθαριότητα, κοινωνική μέριμνα, προστασία περιβάλλοντος, ανάπτυξη τοπικής οικονομίας, και άλλους).
Οι θεσμοί είναι κάτι παραπάνω από τα άτομα που τους υπηρετούν. Αντανακλούν και αναπαράγουν εξουσία. Μετασχηματίζονται όταν οι κοινωνικές συνθήκες αλλάζουν, όταν υπάρχουν ισχυρά κοινωνικά αιτήματα και όταν οι πολίτες κινητοποιούνται συνειδητά στέλνοντας μηνύματα αλλαγής.
Είναι εξαιρετικά χρήσιμο να θέσουμε την επιστήμη στην υπηρεσία της κοινωνίας, της γνώσης, της κατανόησης και της πράξης, για μια καλύτερη ζωή για όλους.
Κλείνω την παρέμβασή μου αυτή με τον ίδιο τρόπο,
Η κοινωνική μας ζωή δεν μπορεί να είναι ένα θεατρικό έργο που παίζεται σε μια σκηνή με ένα κοινό ανθρώπων που δεν ακούει, δεν βλέπει και στέκεται παθητικά αμήχανο ή/και ασχολούμενο με το κινητό του τηλέφωνο.

Α. Παπαμιχάλης
Κοινωνιολόγος - Στέλεχος Συνδυασμού "ΤΩΡΑ"